Πέμπτη, 3 Μαρτίου 2011

Ρόδα ποδηλάτου


Προσθήκη λεζάντας
Το κουδούνι της πόρτας. Ήχος που μοιάζει με κουδούνι ποδηλάτου. Ο Γρηγόρης ανοίγει. Στέκει άγαλμα μπροστά της. Δυο ρόδες ποδηλάτου, το δάσος, τα πετάλια, τα γέλια τους. Ύστερα οι βόλτες, τα σινεμά, η μουσική. Κι ύστερα το κενό, η εξαφάνιση. Να της ρίξει μια μπουνιά ή να την αγκαλιάσει;
** *

Ξύπνησε και κατέβηκε δυο δυο τα σκαλιά. Mια όμορφη μυρωδιά διαπέρασε τη μύτη του. Ορμάει στην κουζίνα. Μια τούρτα από τηγανίτες πασπαλισμένες με την αγαπημένη του μαρμελάδα. Χωρίς να χάσει ούτε λεπτό αγκάλιασε τη μαμά του και άρπαξε το πιρούνι που τον περίμενε πάνω στο τραπέζι. Το κουδούνι της πόρτας, ένα τεράστιο κουτί, ο κόκκινος φιόγκος. «Αυτό είναι για σένα, από τον μπαμπά και εμένα!», του είπε η μαμά και τον φίλησε. «Χρόνια πολλά αγόρι μου. Μιας και έκλεισες τα 7 μπορείς να πηγαίνεις μόνος σου βόλτες τώρα πια».

Καθώς ξετύλιγε το δώρο, τα μάτια του έλαμπαν. Αποκαλύφθηκε ένα μπλε, γυαλιστερό ποδήλατο. Ω πόσο ήθελε ένα ποδήλατο. Κι αυτό ήταν και ψηλό, και γυαλιστερό ! . Και ήταν ένα μεγάλο και γυαλιστερό ποδήλατο.

Έτοιμος είναι τώρα για την πρώτη του βόλτα.

«Μην αργήσεις πολύ», φώναξε η μαμά.

Άφησε πίσω του τον παλιό και γνώριμο δρόμο. Σε αυτή την πλευρά της γειτονιάς δεν υπήρχαν πολλά σπίτια. Προσπέρασε με ταχύτητα δέντρα, λουλούδια και αρώματα. Φρέναρε μπροστά σε μια αλάνα κι έκοψε λουλούδια για την μαμά του.

 «Εεεει.. Εσύ! Εκεί! Εδώ πίσω είμαι! Ε! Κοίτα!».

Γύρισε προς τα εκεί που άκουγε την φωνή.

Ήταν ένα κορίτσι με κοτσιδάκια.

«Γεια σου. Με λένε Ελίνα, μόλις μετακομίσαμε εδώ. Δεν ξέρω κανέναν.Εσένα πώς σε λένε;»

«Με λένε Γρηγόρη», απάντησε διστακτικά.

«Θέλεις να παίξουμε; Στο δασάκι έχει απίθανο χώρο για παιχνίδι. Περίμενε να βγω με το ποδήλατό μου να σε πάω.»

Προχώρησαν αρκετά μέσα στο δάσος. Τα ποδήλατά τους έλαμπαν στον ήλιο. Έγιναν φίλοι αχώριστοι. Ως τα 14 τους. Ταινίες, βόλτες, σινεμά, μουσική…
**

Ο Γρηγόρης χτυπούσε για πολλοστή φορά το κουδούνι της Ελίνας. Ένα απαλό ντιν που ίσα που ακουγόταν.

Κανείς. Το σπίτι άδειο. Φώναξε μπας και τον άκουγε κάποιος αλλά τίποτα. Πήδησε το φράχτη για να δει τι συμβαίνει. Δεν υπήρχε ψυχή, ούτε και πράγματα. Σάστισε. Γιατί δεν του είχε πει τίποτα; Χθες βέβαια δεν είχε έρθει στο σχολείο αλλά θα ήταν άρρωστη. Αυτό είχε υποθέσει.

Ήταν 14 ετών και η καλύτερή του φίλη τον είχε εγκαταλείψει. Οι ακτίνες του ποδηλάτου της σα να ξέσχιζαν την καρδιά του. Σχολείο, φροντιστήριο, μπάσκετ, όλα συνεχίστηκαν κανονικά. Αλλά το πρόσωπό της στροβιλιζόταν πάντα σ’ ένα τροχό ποδηλάτου που ξεπηδούσε πίσω από βιβλία, οργισμένα τραγούδια και ταινίες.

Ομόρφαινε και πήγαινε, ο Γρηγόρης, οι επιτυχίες δεν του έλειπαν. Ψηλό παιδί, μελαχρινό με έντονο βλέμμα και χαμόγελο που μαγνήτιζαν τους άλλους. Αλλά η απουσία της Ελίνας ήταν η πιο στενή παρέα του.
**

Στέκει αυτή τώρα μπροστά του. Λαχανιασμένη, αναψοκοκκινισμένη. Είχε ρίξει μια τρεχάλα από το σταθμό του τρένου ως το σπίτι του Γρηγόρη. Είχε καθίσει στο πλατύσκαλο να πάρει μια ανάσα, είχε μαζέψει όσο κουράγιο μπορούσε και χτύπησε το κουδούνι. Το ντριν του ποδηλάτου.

Ο Γρηγόρης μ’ ανοιχτό το στόμα, η Ελίνα αναψοκοκκινισμένη, η μάνα φωνάζει «ποιος είναι», έρχεται στην πόρτα, τους βλέπει αγκαλιασμένους.

Στην αυλή, δίπλα στο αραχνιασμένο ποδήλατο του Γρηγόρη τα είπαν όλα. Η μετάθεση του πατέρα της Ελίνας, ο κόμπος της, πώς να το πει, τα γράμματα που δεν έστειλε, ο δισταγμός να σηκώσει το τηλέφωνο, ο κόμπος εκεί.

Κάθε εξήγηση γεννούσε νέα ερώτηση στον Γρηγόρη. Φούντωνε από το θυμό ώσπου χάθηκε στα μάτια της και στα πυκνά μαλλιά της. Το φιλί ήταν η πιο γλυκιά εκδίκηση. Μια μάχη και μια συμφιλίωση μετά τον πόλεμο.

Η Ελίνα ετοιμάζει τώρα ένα δώρο για το μεγάλο τους γιο. Ένα ποδήλατο σπαστό, μπλε γυαλιστερό. Παλεύει με τα χαρτιά, δένει τον φιόγκο, ύστερα βάζει τη σαντιγύ στην τούρτα γενεθλίων και καρφώνει 7 κεράκια. Ακούγονται βήματα βιαστικά στη σκάλα.



ΕΜ






Υ.Γ. Ευχαριστώ πολύ την κ.Ελένη Σβορώνου για την πολύτιμη βοήθειά της και τον χρόνο της!

1 σχόλιο: